«Εκείνος κι εκείνος» αποχαιρετούν τον Κώστα Μουρσελά.

0
1074

Πέθανε χθες το βράδυ, σε ηλικία 85 ετών ο θεατρικός συγγραφέας και πεζογράφος Κώστας Μουρσελάς. Εσβησε ήρεμα, στο σπίτι του, στην αγκαλιά της πολυαγαπημένης του συζύγου Κικής Παπαπέτρου.

Η τηλεοπτική σειρά «Εκείνος κι εκείνος» με τον Βασίλη Διαμαντόπουλο και τον Κώστα Μιχαλακόπουλο, σε πνεύμα αντίστασης μέσα στη δικτατορία και αργότερα, το μυθιστόρημα του «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» επίσης στην τηλεοπτική του μεταφορά, τον έκαναν γνωστό και αγαπητό στο μεγάλο κοινό.

Τι θα έλεγαν σήμερα ο Λουκάς κι ο Σόλων, οι ήρωες του «Εκείνος κι εκείνος»; Τον είχε ρωτήσει η Ελένη Γκίκα σε συνέντευξή του για το «Εθνος». Η απάντησή του: Ποιος ξέρει τι θα έλεγαν. «Τόσο σοφοί που γίνατε ήδη θα καταλάβατε Ιθάκες τι σημαίνουν», αλλά που δεν κατάλαβαν. Ούτε οι πεινασμένοι κατάλαβαν, ούτε αυτοί που πρόκειται να πεινάσουν, νομίζω. Μακάρι να ήταν αλλιώς. Το αστείο είναι ότι για όλα τα κακά, πιστεύουμε ότι φταίει η τρόικα και η Μέρκελ. Είναι να γελάς. Ξεχνάμε ότι όλα τα Μνημόνια οι πρώτοι που τα υπέγραψαν είμαστε εμείς; Κι εμείς, δεν ξέραμε τι συμβαίνει, τι θα συμβεί όταν δανείζεσαι το ένα δισεκατομμύριο πίσω από το άλλο; Ή όταν το «ΠΑΜΕ και δεν συμμαζεύεται» απεργούσε και ακινητοποιούσε τα κρουαζιερόπλοια ή τα έδιωχνε από το λιμάνι, δεν ήξερε τι σημαίνει; Δεν ήξερε τις απώλειες; Δεν ήξερε πόσα μαγαζιά θα κλείσουν και πόσοι θα χάσουν τη δουλειά τους; Εδώ είναι που κλαις ή γελάς. Αλλά ο Λουκάς και ο Σόλων μπορεί και αυτοί ένα πρωινό να ξυπνούσαν διαφορετικοί. Να έλεγαν, «Ρε τι γίνεται εδώ; Οι άλλοι όλοι τρώνε με χρυσά κουτάλια κι εμείς κυνηγάμε το ξεροκόμματο;» και βουρ στον πατσά και αυτοί, και καθόλου απίθανο να τους έβλεπες σε λίγο να τρώνε με χρυσά κουτάλια. Ολα είναι πιθανά σ’ αυτή την κοινωνία που ζούμε. Πάντως, αν τους επανέφερα στη δράση, ποιος ξέρει τι θα τους έκανας; Μπορεί και Αλ Καπόνε να τους έβλεπα. Κανείς δεν ξέρει πώς θα εξελιχθούν οι ήρωές του. Απρόβλεπτο.»

Και για την κρίση, είπε στην ίδια συνέντευξη: «Φυσικά θα εννοείς την οικονομική κρίση, που δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και ηθική και συνειδήσεως και αξιών, που μόνο τυχαία δεν προέκυψαν. Ηταν η φυσική κατάληξη. Οσο βολευόμαστε, όσο κατακάθεται το μυαλό μας, όσο μας εξυπηρετούσε το «ο θάνατός σου η ζωή μου», είχαμε πάψει να σκεφτόμαστε, να προβλέπουμε το αύριο, γινόμαστε όλο και πιο απαιτητικοί, όλο και πιο κυνικοί και αδίστακτοι. Ολα τα τελευταία χρόνια, ποτέ δεν με έπεισαν ούτε οι συνδικαλιστές, οι απεργίες τους, ούτε οι πολιτικοί, κυρίως αυτοί, ανθρωπάκια στην πλειοψηφία τους. Δεν έχω δει περισσότερους Ταρτούφους συγκεντρωμένους στη Βουλή. Προσωπεία χωρίς πρόσωπα. Δεν έχω δει τόσους ψεύτες συγκεντρωμένους σε μια αίθουσα. Αλλα να λένε, άλλα να πιστεύουν, άλλα να κάνουν. Οι πρώτοι φοροφυγάδες, οι πρώτοι παραβάτες, οι πρώτοι παράνομοι. Κι εγώ, δεν λέω, ποτέ δεν έπαιρνα απόδειξη από γιατρό, από τεχνίτη, από δικηγόρο. Πέρα από το προσωπικό μας συμφέρον δεν βλέπαμε τίποτα άλλο. Λες και μας είχαν υπνωτίσει. Αλλά δεν μας είχαν υπνωτίσει. Μας εξαγόρασαν. Ακούγαμε ‘βρώμικο χρήμα, οφσόρ εταιρείες, βγάζουν έξω τα λεφτά τους’, παίρναμε και τις αυξήσεις μας. Μια απεργία, ‘πάρε τρία τοις εκατό, σου ‘λεγαν και βούλωστο’.»

Η κηδεία του θα γίνει την Τρίτη 18/7 ώρα 5μ.μ., από το νεκροταφείο της Κηφισιάς.

Ο Κώστας Μουρσελάς γεννήθηκε στον Πειραιά το 1932. Το 1951, πρωτοετής φοιτητής της Νομικής, συλλαμβάνεται ως στέλεχος της ΕΠΟΝ και δικάζεται από έκτακτο στρατοδικείο της εποχής (υπόθεση Μπελογιάννη).

Για χρόνια σπούδαζε βιολί, που το διέκοψε όταν άρχισε να τον θέλγει το θέατρο. Σπούδασε νομικά, αλλά λίγο πριν πάρει την άδεια δικηγόρου εγκατέλειψε τη δικηγορία και διορίστηκε ως δημόσιος υπάλληλος μέχρι το 1969, οπότε τον απέλυσε η Χούντα. Έκτοτε αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά -και επαγγελματικά πια- στο γράψιμο. Έργα του παίχτηκαν από θιάσους του Ελεύθερου Θεάτρου, από το Εθνικό Θέατρο, από το Θέατρο Τέχνης, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, από Δημοτικά Θέατρα, καθώς και από θιάσους του εξωτερικού (Γαλλία, Γερμανία, Κύπρος). Μερικοί τίτλοι γνωστών θεατρικών έργων του είναι: «Ενυδρείο», «Μαχαίρι στο κόκαλο», «Οι φίλοι», «Το αυτί του Αλέξανδρου», «Η κυρία δεν πενθεί», «Επικίνδυνο φορτίο», «Ω! τι κόσμος μπαμπά!», «Το δίκανο», «Ημιτελής συνουσία», κ.ά.

Στο πλατύ κοινό έγινε γνωστός από τηλεοπτικές παρουσιάσεις έργων του («Μικρές αγγελίες», «Σιγά η πατρίδα κοιμάται», «Το ρολόι») και από την περίφημη σατιρική σειρά του «Εκείνος και… Εκείνος», με πρωταγωνιστές τους Β. Διαμαντόπουλο και Γ. Μιχαλακόπουλο (130 θεατρικά μονόπρακτα). Το 1990 επανήλθε στην πεζογραφία εκδίδοντας το μυθιστόρημα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» (εκδ. «Κέδρος», νέα οριστική έκδοση «Ελληνικά Γράμματα», 2006), που οι πωλήσεις του ξεπέρασαν, συνολικά, τις διακόσιες χιλιάδες αντίτυπα και μεταφράστηκε στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, τουρκικά και εβραϊκά. Ακολούθησαν διηγήματα, νουβέλες, καθώς και το μυθιστόρημα «Το παιχνίδι των τεσσάρων» που το συνέγραψε με τους Π. Τατσόπουλο, Γ. Σκούρτη και Α. Σουρούνη. Το 2000 εξέδωσε το μυθιστόρημα «Κλειστόν λόγω μελαγχολίας», που ξεπέρασε τις σαράντα χιλιάδες αντίτυπα και μεταφράστηκε στα τουρκικά. Τελευταίο του βιβλίο είναι η συλλογή διηγημάτων «Ο πόθος καίει τα σωθικά» («Κέδρος», 2004). Έχει γράψει, ακόμη, αισθητικά δοκίμια, καθώς και πολλές επιφυλλίδες δημοσιευμένες στην εφημερίδα «Τα Νέα», στη στήλη «Κουβεντιάζοντας».

http://www.liberal.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here