Και τώρα ας μιλήσουμε για Αναδάσωσση.

0
1344
Εισαγωγή και τοποθέτηση του προβλήματος
Το δάσος είναι ένας ανεκτίμητος ανανεώσιμος, φυσικός και
πλουτοπαραγωγικός πόρος που παρέχει αγαθά και υπηρε-
σίες οι οποίες συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη και
στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του ανθρώπου. Ο πόρος
όμως αυτός, εκτίθεται συχνά σε σοβαρούς κινδύνους από
φυσικά και ανθρωπογενή αίτια. Μεταξύ των αιτίων αυτών
είναι και οι δασικές πυρκαγιές που θεωρούνται φυσικό
φαινόμενο και αναπόσπαστο στοιχείο των μεσογειακών
δασικών οικοσυστημάτων. Από τις πυρκαγιές καταστρέ-
φονται κάθε χρόνο σημαντικές εκτάσεις δασών, με σοβα-
ρότατες δυσμενείς επιπτώσεις. Ενδεικτικά αναφέρονται
η υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος, η μείωση της
αξίας των παραγόμενων δασικών προϊόντων, η αύξηση της
επιφανειακής απορροής από τη βροχή, που συμβάλλει στη
διάβρωση του εδάφους και τη δημιουργία πλημμυρών, οι
ζημιές στην πανίδα, στις αγροτικές εκτάσεις και στις δο-
μημένες περιοχές καθώς και η απώλεια ακόμη και αυτής
της ανθρώπινης ζωής. Οι πυρκαγιές στην Ελλάδα εκδη-

λώνονται κυρίως σε περιοχές με βλάστηση μεσογειακού
τύπου, η οποία καλύπτει περίπου το 40% της έκτασης της
χώρας. Η βλάστηση αυτή, εκτός από φρυγανική και μακ-
κία, περιλαμβάνει και τα χαμηλού υψομέτρου πευκοδάση
με κυρίαρχα δασικά είδη τη Χαλέπιο και την Τραχεία
πεύκη, τα οποία καταλαμβάνουν έκταση 570.000 εκταρίων
ή 5.700.000 στρεμμάτων, δηλαδή το 16,8% περίπου του
συνόλου των ελληνικών δασών. Τα δάση αυτά εκτείνονται
κυρίως γύρω από αστικά κέντρα ή πλησίον τουριστικών
περιοχών και αυτό τα καθιστά αντικείμενο ανθρωπογενών
επιδράσεων, είτε με τη μορφή έντονης εκμετάλλευσης, είτε
με τη μορφή εκχέρσωσης και συρρίκνωσης από την πίεση
της έντονης οικιστικής δραστηριότητας και της τουριστικής
ανάπτυξης.
Διαχειριστικά μέτρα στις καμένες περιοχές
Οι ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις  από πυρκαγιές στο
φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον και στις δραστη-
ριότητες του ορεινού, αγροτικού ή αστικού πληθυσμού,

αλλά και στην εθνική οικονομία γενικότερα, μπορούν να
αντιμετωπιστούν σε σημαντικό βαθμό με τα ενδεδειγμένα
διαχειριστικά μέτρα τεχνικής και οικονομικής φύσης, που
πρέπει να λαμβάνονται στις καμένες περιοχές. Τα μέτρα
αυτά κατατάσσονται κυρίως στις εξής κατηγορίες:
Σε οικονομικές ενισχύσεις του πληθυσμού που υπέστη τις
συνέπειες μεγάλων κυρίως περιστατικών πυρκαγιών.
Σε αντιδιαβρωτικά και αντιπλημμυρικά έργα, κυρίως στις
περιπτώσεις που απειλούνται δομημένες περιοχές ή αν
θρωπογενείς δραστηριότητες.
Στη διαχείριση – συγκομιδή του καμένου ιστάμενου ξυλώ-
δους κεφαλαίου και τέλος,
Στην αποκατάσταση – ανόρθωση του οικοσυστήματος,
όσον αφορά στη βλάστηση.
Οικονομικές ενισχύσεις του πληγέντος πληθυσμού
Σε περιστατικά μεγάλων δασικών πυρκαγιών οι ενισχύσεις
οικονομικού χαρακτήρα που δίδονται στο μέρος εκείνο του
πληθυσμού που υπέστη τις καταστρεπτικές συνέπειες της
φωτιάς αφορούν στην:
κάλυψη άμεσων και κατεπειγουσών αναγκών διατροφής –
και σε μερικές περιπτώσεις και στέγασης – για τις αμέσως
επόμενες ημέρες μετά από την πυρκαγιά,
αποζημίωση του αντίστοιχου κεφαλαίου ή και της ετήσιας
γεωργικής ή κτηνοτροφικής παραγωγής,
κάλυψη των αναγκών εκτροφής του κτηνοτροφικού κε
φαλαίου που επέζησε, κυρίως μετά από σημαντικές κα-
ταστροφές,
αποκατάσταση των ζημιών στις κατοικίες (κύριες ή δευ-
τερεύουσες) ή τυχόν άλλων κτισμάτων που συνδέονται με
την επαγγελματική ενασχόληση (αποθήκες, εγκαταστάσεις
κτηνοτροφικών μονάδων κ.λπ.)

αποζημίωση της οικοσκευής ή/και κατασκευή νέων κατοι-
κιών σε περιπτώσεις γενικευμένων καταστροφών,
καταβολή οικονομικού βοηθήματος στους πληγέντες για
την αντιμετώπιση πρωταρχικών και άμεσων αναγκών τους.
Κυριότερα αντιδιαβρωτικά και αντιπλημμυρικά έργα
Η καταστροφή της βλάστησης και των φυτικών υπολειμ-
μάτων (φύλλων, χούμου κ.λπ.) της επιφάνειας μιας λεκά-
νης απορροής από πυρκαγιές, συντελεί στην αύξηση της
απορροής και της διάβρωσης του εδάφους από ισχυρές
βροχοπτώσεις και τελικά στη δημιουργία πλημμυρικών
φαινομένων στην αντίστοιχη πεδινή περιοχή. Ειδικότερα
μετά την πυρκαγιά μεταβάλλονται, εκτός των άλλων, τόσο
το ύψος και η ενέργεια της βροχής που φθάνει στην επιφά-
νεια της καμένης λεκάνης, όσο και πολλές από τις φυσικές
ιδιότητες του εδάφους της, με αποτέλεσμα την εμφάνιση
δυσμενών πλημμυρικών φαινομένων.
Διαχρονικά, τα κυριότερα αντιδιαβρωτικά και αντιπλημμυρικά έργα,
με γνώμονα πάντοτε τις ιδιαιτερότητες κάθε λεκάνης απορροής, είναι:
Η κατασκευή έργων ανάσχεσης (προσωρινής συγκράτησης) της επιφανειακής απορροής και μείωσης της διάβρωσης του εδάφους στις πλαγιές της λεκάνης και η δημιουρ-
γία έτσι ευνοϊκών συνθηκών αποκατάστασης της φυσικής
βλάστησης. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται, εκτός των
άλλων, τα κορμοδέματα, οι βαθμίδες από ξηρολιθοδομή,
οι αύλακες, οι τάφροι κ.λπ. Οι αύλακες είναι ιδιαίτερης ση-
μασίας, αφού διασπούν το υδρόφοβο στρώμα του καμένου
εδάφους και συμβάλλουν έτσι στη διείσδυση του νερού της
βροχής στα βαθύτερα στρώματα. Όλα τα παραπάνω έργα
κατασκευάζονται παράλληλα προς τις χωροσταθμικές
καμπύλες της λεκάνης με βάση αυστηρές τεχνικές προδι-
αγραφές, ενώ η επιλογή τους γίνεται με ειδικά κριτήρια.
Η κατασκευή φραγμάτων στην ορεινή κοίτη των ρεμά-

των. Σκοπός τους είναι η στερέωση του πυθμένα και των
πρανών της κοίτης και η συγκράτηση φερτών υλών. Το
υλικό κατασκευής των φραγμάτων αυτών πρέπει να είναι
περιβαλλοντικά και οικολογικά αποδεκτό (π.χ. κορμο-
φράγματα από καμένους κορμούς, ξηρολίθινα φράγματα,
φράγματα από συρματοκιβώτια με λίθους ή σκύρα κ.λπ.).
Η επιλογή του υλικού κατασκευής γίνεται ακόμα με κρι-
τήρια διαθεσιμότητας αυτού στην περιοχή, οικονομικά,
τοπογραφικά, χρονικού διαστήματος έναρξης των βροχών
κ.λπ. και οι απλούστερες κατασκευές εγκαθίστανται στα
μικρότερα ορεινά ρέματα.
Η απομάκρυνση από όλο το μήκος της κοίτης των ρεμάτων
τυχόν εμποδίων από φυσικά αίτια ή παράνομες ανθρώ-
πινες παρεμβάσεις και η διάνοιξή της, όπου απαιτείται,
για ασφαλή μεταφορά της πλημμυρικής απορροής στον
αντίστοιχο φυσικό αποδέκτη της.
Η κατασκευή μεγάλων φραγμάτων ανάσχεσης της πλημ-
μυρικής απορροής μετά το ορεινό τμήμα της λεκάνης. Ιδι-
αίτερη σημασία πρέπει να δίνεται στην επιλογή της θέσης
κατασκευής αυτών των φραγμάτων, ώστε στο ανάντη τμήμα
της κοίτης να δημιουργείται ταμιευτήρας μεγάλης χωρη-
τικότητας.
Διαχείριση-συγκομιδή του καμένου ιστάμενου ξυλώδους κεφαλαίου
Για να διαχειριστεί ορθολογικά η ξυλεία μετά από πυρκαγιά
πρέπει να ληφθούν υπόψη μια σειρά από παράγοντες και
κυρίως τα προβλήματα διάβρωσης του εδάφους, η δυσκο-
λία στη φυσική αναγέννηση του δάσους, η εξέλιξη του κιν-
δύνου πυρκαγιάς στην αναγεννώμενη συστάδα, ο βαθμός
θνησιμότητας των ιστάμενων δένδρων, τα μέσα και οι μέ-
θοδοι απομάκρυνσης της ξυλείας καθώς και το οικονομικό
όφελος από την απόληψη της ξυλείας, η πιθανή ενίσχυση
της τάσης για εμπρησμούς με κίνητρο την απόληψη αυτής
και γενικότερα τα διάφορα τοπικά κοινωνικά προβλήματα.

Ειδικότερα, τα οφέλη της συγκομιδής της ιστάμενης καμένης
ξυλείας στις λεκάνες απορροής μιας περιοχής σε σχέση
με εκείνες που δε γίνεται καμία απόληψη αυτής είναι τα
ακόλουθα:
Η βελτίωση των συνθηκών των λεκανών με την αύξηση της
εδαφοκάλυψης από τα υπολείμματα υλοτομιών, ιδιαίτερα
στις περιπτώσεις πυρκαγιών μεγάλης έντασης κατά τις
οποίες καταναλώθηκε όλο το υλικό λεπτών διαστάσεων
(βελόνες και κλαδίσκοι), καθώς και ο ξηροτάπητας, ο χού-
μος κ.λπ.
Η μείωση της διάβρωσης που προκαλείται από το αυξη-
μένο μέγεθος των σταγόνων βροχής που συσσωματωμένες
αποκτούν ορμή, κατερχόμενες κατά μήκος των ιστάμενων
δένδρων.
Η ταχύτερη διάσπαση του υδρόφοβου στρώματος της λε-
κάνης, κατά τη διεξαγωγή των εργασιών μετατόπισης του
ξύλου, με παράλληλη βελτίωση της διηθητικής ικανότητας
του εδάφους.
Η μείωση του υψηλού κινδύνου μελλοντικής πυρκαγιάς,
ιδιαίτερα όταν η ελάχιστη διάμετρος της προς απόληψη
ξυλείας είναι 8 εκ.
Η εξασφάλιση των αναγκαίων οικονομικών πόρων από τη
διάθεση της ξυλείας, για τη λήψη προστατευτικών μέτρων
αποκατάστασης της καμένης περιοχής.
Εν τούτοις, δεν πρέπει να παραβλέπονται οι κίνδυνοι που
εγκυμονεί η μη ορθολογική διαχείριση της καμένης ξυλείας
και ειδικά η μη προσαρμογή των εφαρμοζόμενων μεθόδων
συγκομιδής του ιστάμενου ξυλώδους όγκου στις εκάστοτε
ιδιαίτερες κλιματοεδαφικές συνθήκες. Συγκεκριμένα:
Η έντονη μηχανοποίηση των συγκομιστικών εργασιών
προκαλεί αύξηση της διάβρωσης του εδάφους.
Η πλήρης απομάκρυνση των μεγάλων κορμών συμβάλλει
αρνητικά στην ανόρθωση του οικοσυστήματος, αφού αυτοί
βραχυπρόθεσμα δημιουργούν ευνοϊκά μικροπεριβάλλοντα

για την ανάπτυξη της φυσικής αναγέννησης και μακροπρό-

θεσμα βοηθούν στον εμπλουτισμό του εδάφους με άζωτο,
το οποίο απελευθερώνουν με τη σήψη τους.
Οι ιδιαίτερα μεγάλοι κατακείμενοι κορμοί, όταν παρα-
μένουν στο έδαφος σε μεγάλη πυκνότητα, δημιουργούν
προβλήματα τόσο στην άμεση κατασκευή αντιδιαβρωτικών
– αντιπλημμυρικών έργων, όσο και μελλοντικών αντιπυρι-
κών έργων, συμβάλλοντας αρνητικά και στην κατάσβεση,
σε περίπτωση εκδήλωσης τυχόν πυρκαγιάς.
Η παραμονή ιστάμενων καμένων δένδρων μεγάλων δια-
στάσεων αποτελεί κυριολεκτικά παγίδα θανάτου, ειδικά
στις περιαστικές περιοχές όπου η προσέλευση του κοινού
είναι μεγάλη και συχνή, λόγω αυξημένης πιθανότητας αιφ-
νίδιου σπασίματος εξαιτίας ανέμων ή σήψης.
Αποκατάσταση της βλάστησης
Τα μέτρα για την αποκατάσταση της βλάστησης στις καμένες
εκτάσεις εξαρτώνται από τις εκάστοτε οικολογικές συνθή-
κες πριν και μετά την πυρκαγιά και ειδικότερα από τον τύπο
της βλάστησης, την ένταση της πυρκαγιάς, την τοπογραφία
της περιοχής και την ύπαρξη ή μη ζώντων δένδρων.
Σε όλες όμως τις περιπτώσεις,ανεξαιρέτως, είναι απαραί-
τητη η απόλυτη προστασία της περιοχής από τη βοσκή για
διάστημα που κρίνεται ικανό για την πλήρη και βέβαιη
επανεγκατάσταση της βλάστησης. Η απομάκρυνση ή απα-
γόρευση της βοσκής είναι απαραίτητη, γιατί αυτή αποτελεί
ίσως το δυσμενέστερο παράγοντα στην αποκατάσταση
της βλάστησης και τούτο γιατί οι αρνητικές της συνέπειες
είναι τόσο άμεσες με την καταστροφή της νέας βλάστησης
(ποώδη φυτά, πρεμνοβλαστήματα δένδρων και θάμνων,
αρτίφυτρα δένδρων), όσο και έμμεσες, με την υποβάθμιση
του εδάφους (συμπίεση, κακός αερισμός, αύξηση διάβρω-
σης) και τη συνακόλουθη αύξηση της απώλειάς του.
Όσον αφορά στη μεσογειακού τύπου βλάστηση
και ιδιαίτερα αυτή των δασών Χαλεπίου και Τραχείας πεύκης,

τα οποία συγκροτούν, όπως προαναφέρθηκε, τα πλέον
πυρόπληκτα οικοσυστήματα της χώρας μας, μπορούν να
αναφερθούν σε γενικές γραμμές τα ακόλουθα:
Εφόσον οι συστάδες που κάηκαν ήταν κανονικής συγκόμω-
σης και ηλικίας τέτοιας (άνω των 20 χρόνων) που τα δέν-
δρα καρποφορούν άφθονα, η φυσική αναγέννηση είναι τις
περισσότερες φορές εξασφαλισμένη, επειδή τα είδη αυτά
έχουν αναπτύξει μηχανισμούς προσαρμογής στην πυρκα-
γιά, με συνέπεια να επωφελούνται από τις μεταπυρικές
συνθήκες και να αναγεννώνται εύκολα. Στις περιπτώσεις
αυτές, πρέπει οποιαδήποτε αναδασωτική επέμβαση να
πραγματοποιηθεί μετά την παρέλευση τριών ετών, περίοδο
που κρίνεται απαραίτητη για την εκτίμηση της επιτυχούς ή
όχι εγκατάστασης της φυσικής αναγέννησης.
Όπου η φυσική αναγέννηση είναι αδύνατη ή τουλάχιστον
πολύ προβληματική, επιβάλλεται να γίνεται τεχνητή επέμ-
βαση, όπως σε περιπτώσεις που αφορούν:
Πυρκαγιές σε νεαρές συστάδες πεύκης (ηλικίας μέχρι 15
ετών) που δεν έφθασαν ακόμα στην αναπαραγωγική τους
ηλικία.
Εκτάσεις με διάσπαρτα μόνο άτομα πεύκης ή με συγκόμω-
ση μικρότερη από 0,5, όπου η αναμενόμενη φυσική ανα-
γέννηση επιβάλλεται να υποβοηθηθεί αμέσως.
Περιοχές με πυκνή αείφυλλη βλάστηση (θάμνους αείφυλ-
λων πλατύφυλλων ειδών), όπου τα πεύκα εμφανίζονται
σποραδικά και εφόσον είναι επιθυμητή η δημιουργία υψη-
λού δάσους.
Η επιλογή των ειδών που θα χρησιμοποιηθούν στην αναδά-
σωση είναι η σπουδαιότερη απόφαση που παίρνεται κατά
την εφαρμογή των προγραμμάτων αυτών γιατί επηρεάζει
αποφασιστικά τόσο την επιτυχία των δημιουργημένων φυ-
τειών όσο και την επίτευξη των σκοπών της αναδάσωσης.
Ως εκ τούτου,η καταλληλότητα των ειδών που θα επιλε-
χθούν αξιολογείται με κριτήρια αφενός εξασφάλισης της
προσαρμογής στο περιβάλλον (βιολογική αρχή) και αφε-
τέρου εκπλήρωσης με τον καλύτερο τρόπο των σκοπών και
προτεραιοτήτων που έχουν τεθεί κατά την εκπόνηση της
μελέτης αναδάσωσης (οικονομική αρχή).
Επισημαίνεται ότι,σε περιοχές όπου υπάρχει έντονη δρα-
στηριότητα ή παρατηρούνται εκχερσώσεις περιμετρικά
των αγροτικών εκτάσεων που βρίσκονται εντός ευρύτερων
εκτάσεων δασικού χαρακτήρα, θα πρέπει να αποφεύγεται
η χρησιμοποίηση ειδών που μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθε-
σμα θα προσπορίσουν δικαιώματα ιδιοκτησίας. Ενδεικτικά
τέτοια είδη είναι η ελιά, η αγριελιά, η αμυγδαλιά, η μουριά,
η συκιά κ.λπ.
Η ελληνική-μεσογειακή χλωρίδα μας προσφέρει μια μεγάλη
ποικιλία ειδών, από τα οποία μπορούμε να επιλέξουμε τα
πλέον κατάλληλα για τις φυτευτικές μας επεμβάσεις. Ως εκ

τούτου θα πρέπει να αποφεύγεται η χρήση ξενικών ειδών
όπως του ευκάλυπτου, της ακακίας, του αείλανθου κ.λπ. Επί-
σης τα είδη που στο παρελθόν έχουν παρουσιάσει σε εκτετα-
μένη έκταση ασθένειες όπως το κυπαρίσσι, η καστανιά και το
πλατάνι δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε αναδασώσεις.
Σε αμφότερες τις ανωτέρω περιπτώσεις,ήτοι φυσικής ανα-
γέννησης ή τεχνητής αναδάσωσης, ενδείκνυται η όσο το δυ-
νατόν έγκαιρη προστασία του εδάφους. Σε περιπτώσεις δε
που έχουν απογυμνωθεί μεγάλες εκτάσεις έντονου ανάγλυ-
φου (μεσαίων-μεγάλων κλίσεων), με κίνδυνο εκτεταμένης
διάβρωσης, είναι επιβεβλημένα τα άμεσα μέτρα προστα-
σίας του εδάφους με σπορά κατάλληλων ετήσιων ποωδών
φυτών, ή και επιθυμητών δασικών ειδών, το φθινόπωρο
αμέσως μετά την πυρκαγιά. Επίσης η χρήση πλατύφυλλων
δενδρωδών και θαμνωδών ειδών σε περιπτώσεις τεχνητής
επέμβασης θα πρέπει να προτιμάται για τη δημιουργία μελ-
λοντικού μικτού δάσους που είναι περισσότερο ανθεκτικό
σε περιστατικά πυρκαγιών και συμβάλλει σημαντικά στη
βελτίωση του εδάφους και γενικότερα στις οικολογικές
συνθήκες της περιοχής.
Μια γρήγορη και εύκολη μέθοδος αποκατάστασης περιοχών
μεγάλης κοινωνικής, περιβαλλοντικής, πολιτιστικής κ.λπ.
σημασίας είναι αυτή της υδροσποράς. Η μέθοδος συνί-
σταται στην εκτόξευση υδατικού διαλύματος που περιέχει
σπόρους, λιπάσματα, συγκολλητικά υλικά και διάφορα
άλλα βοηθητικά προϊόντα στις προς σπορά επιφάνειες.
Επισημαίνεται ότι, ενώ τα φυτά αυτά βοηθούν στον περι-
ορισμό της επιφανειακής διάβρωσης, δεν εξασφαλίζουν τη
σταθερότητα της πλαγιάς σε περιπτώσεις μεγάλων κλίσεων
και έντονων βροχοπτώσεων, επειδή στερούνται έντονου
ριζικού συστήματος.
Όπως προαναφέρθηκε η εγκατάσταση της βλάστησης όσο το
δυνατό νωρίτερα προστατεύει το έδαφος από τη διάβρωση.
Έχει μάλιστα βρεθεί ότι οι καλυμμένες με ποώδη βλάστη-
ση επιφάνειες παρουσιάζουν κατά δέκα φορές μικρότερη
διάβρωση σε σχέση με γυμνές επιφάνειες. Το πρώτο, μετά
την απογύμνωση του εδάφους, έτος είναι ιδιαίτερα κρίσιμο
για την προστασία του από τη διάβρωση.
Σε περίπτωση υλοτομίας και απομάκρυνσης των καμένων
δένδρων (μέτρο στο οποίο αναφερθήκαμε και το οποίο
εξυπηρετεί άλλους διαχειριστικούς και προστατευτικούς
σκοπούς), σε συστάδες πεύκης είναι σκόπιμο να παραμέ-
νουν στην επιφάνεια τα κλαδιά και οι κορυφές που φέρουν
κώνους, ώστε να ενισχύουν τη φυσική αναγέννηση και να
συμβάλουν στη δημιουργία ευνοϊκού μικροπεριβάλλοντος
για τα αρτίφυτρα.
Πληροφορίες:
Ινστιτούτο Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων
& Τεχνολογίας Δασικών Προϊόντων,
Τέρμα Αλκμάνος, 115 28 Ιλίσια, Αθήνα
τηλ: 210 7783750, fax: 210 7784602,
e-mail: dir_secretary@fria.gr
http://www.nagref.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here