Ωδή σε έναν αληθινό άνθρωπο και έναν παντοτινό φίλο.

0
1542

Είναι εκείνες οι ειδήσεις που τις ξέρεις. Τις περιμένεις. Και όμως, όταν έρχονται, είναι σαν να μην ήξερες. Σαν να μην περίμενες. Η Κυριακή για μένα είναι παράξενη ημέρα. Κρύβει μια νοσταλγία και μια στενοχώρια. Και μια αγωνία. Σαν να ελλοχεύει ένας κίνδυνος. Και ο Νοέμβριος για μένα είναι δύσκολος μήνας. Μετρώ απώλειες από παλιά. Και εκείνο το ένστικτο, που δεν κάνει λάθος, πάλι δεν με άφηνε να ησυχάσω. Κυριακή 12 Νοεμβρίου και ήρθε η είδηση. Τι κι αν το περιμέναμε το νέο; Καμία διαφορά. Ο Γιώργος έφυγε. Δεν άντεξε. Πόνος και απώλεια να εναλλάσσονται με χαμόγελα που φέρνουν οι αναμνήσεις. Και εκείνος, ανάλαφρος πια, με εκείνη την λύτρωση, που, ίσως, φέρνει η απελευθέρωση από τα ανθρώπινα, τα φθαρτά, πέταξε. 

Κι αν φανταστώ την διαδρομή, πρώτα η ψυχή του πέρασε τον Ευβοϊκό και ανοίχτηκε στα καταγάλανα νερά του Αιγαίου. Και έφτασε στην Νάξο. Εκεί, στ´ Απεράθου. Σε τούτο το μικρό χωριό, τον ομφαλό του κόσμου, όπως έλεγε. Και να τα βιολιά και τα τραγούδια. Και τραγούδησε η ψυχή πως, “όταν χαράζει στο Αιγαίο είναι όμορφα σου λέω…” 

Κοίταξε το σπίτι στο χωριό, βεβαιώθηκε ότι όλα θα είναι εντάξει, γιατί και εκείνος θα τα προσέχει και στην πραγματικότητα δεν θα φύγει ποτέ η ψυχή από όλα όσα αγάπησε και γύρισε πίσω. 

Πέταξε ξανά πάνω από το αγαπημένο του Αιγαίο και έφτασε στον Ευβοϊκό. Ωρωπός η επόμενη στάση. Ο τόπος της αναφοράς. Παραλία, το σπίτι των γονιών του, γραφείο και παρέες. Πόσες παρέες. Πόσα ξενύχτια, πόσα γλέντια. Και οι φίλοι της καρδιάς. Και η ψυχή του ησύχασε, όταν αντίκρυσε τα πρόσωπα της οικογένειας του. Μάνα, αδέλφια, η Δέσποινα και η μικρή Στελλίτσα. Μάτια κλαμένα, καρδιές ραγισμένες από τον πόνο της απουσίας του. Ακούμπησε το βλέμμα του πάνω τους… Μπορεί και να δάκρυσε η ψυχούλα του για λίγο. 

Όμως εκείνος πιο καλά από όλους ξέρει. Ξέρει, ότι ο Γιώργος δεν θα φύγει ποτέ. Έχει τόσα να τον κρατούν κοντά στους αγαπημένους του. 

Το πρώτο που ένιωσα, μετά την παγωμάρα της είδησης του μοιραίου, ήταν ότι με αξίωσε η τύχη να τον γνωρίσω. Να γνωρίσω έναν άνθρωπο, που αν και δεν μας ένωσε η μακροχρόνια φιλία, δεν μου χάλασε ποτέ την καρδιά. Έναν άνθρωπο Κιμπάρη, άρχοντα. Έναν τύπο μποέμ, που οι ιστορίες του σε παρέσυραν σε άλλες εποχές, τότε που ο κόσμος ήταν αλλιώς. Έναν άξιο συνεργάτη, με γνώσεις και την ικανότητα να δίνει λύσεις. Με ευνόησε η τύχη να γνωρίσω έναν ωραίο άνθρωπο. Κι αν με ρωτήσει κανείς τι θα μου λείψει περισσότερο από εκείνον, νομίζω ότι δεν ξέρω τι να απαντήσω. Οι ατέλειωτες συζητήσεις για τα πολιτικά, το χαμόγελο και η θετική του ενέργεια, εκείνες οι περιβόητες ιστορίες από τα παλιά, την εποχή της ασωτίας, όπως του έλεγα και ξεκαρδιζόταν. 

Τελικά, νομίζω ότι πιο πολύ θα μου λείψουν όλα, γιατί όλα είσαι εσύ, φίλε μου αγαπημένε. Δεν πίστεψα στιγμή πως θα σε νικήσει η αρρώστια. Πίστευα ότι θα το ξεπεράσεις, όπως τα είχες καταφέρει για τόσο καιρό. Κι όταν μου είπε ο κοινός μας φίλος ότι μετράμε μέρες, πάλι δεν πίστεψα. Δεν ήθελα. Και δεν ήρθα να σε δω, γιατί δεν ήθελα να μου μείνει η εικόνα σου στο νοσοκομείο. Ήθελα να σε θυμάμαι αγέρωχο, χαμογελαστό, να μπαίνεις στο γραφείο, να κάθεσαι απέναντι και να σιγοτραγουδάς. Πιστεύω βαθιά ότι ο άνθρωπος πεθαίνει, όταν ξεχαστεί. Και εσύ φίλε μου αγαπημένε είναι σίγουρο ότι δεν θα ξεχαστείς ποτέ. Έγραψες στις καρδιές των ανθρώπων με εκείνη την ατελείωτη καλοσύνη σου. Με εκείνο το πελώριο χαμόγελο. 

Θα ξανασυναντηθούμε οπωσδήποτε και θα κάνουμε και εκείνη την γιορτή που δεν προλάβαμε… Μέχρι τότε, να προσέχεις τους δικούς σου, τους φίλους σου και πιο πολύ την μικρή σου, για την οποία ήσουν τόσο, μα τόσο περήφανος… 

Φίλε μου αγαπημένε, δεν θα σου πω αντίο, γιατί το αντίο είναι οριστικό και δεν μου αρέσουν οι αποχαιρετισμοί. Θα τα πούμε ξανά στην άλλη διάσταση, όταν έρθει η ώρα…

Με θλίψη

Ένας φίλος,συνάδελφος και συνεργάτης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here